Το εργαστήριο

Ταυτότητα

Σύντομη παρουσίαση του Εργαστηρίου

Το Εργαστήριο Ποινικών και Εγκληματολογικών Ερευνών άρχισε να λειτουργεί το 1993 υπό τη διεύθυνση, αρχικά, της Καθηγήτριας κ. Καλλιόπης Σπινέλλη,  στη συνέχεια (2001) του Καθηγητή κ. Νέστορα Κουράκη, και, από τα τέλη του 2015, της Επίκουρης Καθηγήτριας κ. Τόνιας Τζαννετάκη.

Το Εργαστήριο εντάσσεται στον Τομέα Ποινικών Επιστημών της Νομικής Σχολής, το δε προσωπικό του απαρτίζεται κυρίως από τα μέλη Δ.Ε.Π. του Τομέα, αλλά και από εξωτερικούς συνεργάτες με ειδικές γνώσεις στο αντικείμενο. Η έδρα του  βρίσκεται στον πρώτο όροφο του παλαιού κτηρίου της Νομικής Σχολής, στην οδό Σόλωνος 57 και περιλαμβάνει βιβλιοθήκη και χώρο συσκέψεων που διατίθενται σε ερευνητές του Εργαστηρίου και σε μεταπτυχιακούς υποτρόφους Ποινικού Δικαίου και Εγκληματολογίας του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών.

Σύμφωνα με το ιδρυτικό Προεδρικό Διάταγμα (υπ' αριθμ. 535/1991, ΦΕΚ Α' 210), το Εργαστήριο έχει ως αποστολή του, μεταξύ άλλων, την κάλυψη των διδακτικών αναγκών του Τμήματος στα γνωστικά αντικείμενα του Τομέα Ποινικών Επιστημών (και δη τόσο σε προπτυχιακό όσο και σε μεταπτυχιακό επίπεδο), τη διεξαγωγή ερευνητικών προγραμμάτων, τη διοργάνωση επιστημονικών διαλέξεων, σεμιναρίων, ημερίδων, συνεδρίων κ.λπ., και τη συνεργασία με άλλα ακαδημαϊκά ιδρύματα, κρατικούς ή μη φορείς και κέντρα ερευνών.

Μεταξύ των πεδίων δραστηριότητάς του περιλαμβάνονται: η πρόληψη της εγκληματικότητας και νεανικής παραβατικότητας, η μελέτη μορφών εγκληματικής συμπεριφοράς, οι έρευνες σε δράστες και θύματα αξιόποινων πράξεων, η μελέτη προβλημάτων των κρατουμένων ενηλίκων και ανηλίκων, προτάσεις για την κατάρτιση  (απο)φυλακισμένων ανηλίκων και ενηλίκων και η αξιολόγηση προγραμμάτων  κοινωνικής επανένταξης.

Το Εργαστήριο εκδίδει το ηλεκτρονικό περιοδικό The Art of crime (www.theartofcrime.gr), όπου αναλύονται ζητήματα ποινικoύ δικαίου, εγκληματολογίας, σωφρονιστικής και αντεγκληματικής πολιτικής.

Εκδηλώσεις

Στις 10 Νοεμβρίου, με πρωτοβουλία του Εργαστηρίου Εγκληματολογικών και Ποινικών Ερευνών, πραγματοποιήθηκε στη Νομική σχολή Αθηνών διάλεξη του Καθηγητή του Πανεπιστημίου Duquesne (ΗΠΑ) Patrick Juola με θέμα: “Language as evidence: Forensic text analysis”. Η διάλεξη αυτή εγκαινιάζει μια σειρά διαλέξεων που θα πραγματοποιηθούν κατά τη διάρκεια του Ακαδημαϊκού έτους 2016 – 2017.

Με σπουδές στην ηλεκτρολογική μηχανική, στην πληροφορική και στη γνωσιακή επιστήμη, ο Patrick Juola ολοκλήρωσε τη διδακτορική του διατριβή στην Πληροφορική στο Πανεπιστήμιο του Κολοράντο το 1995 και στη συνέχεια εργάστηκε για τρία χρόνια ως μεταδιδακτορικός ερευνητής στο τμήμα της πειραματικής ψυχολογίας του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Από το 1998 εργάζεται στο Πανεπιστήμιο Duquesne στο τμήμα Μαθηματικών και Πληροφορικής, όπου κατέχει σήμερα τη θέση του καθηγητή Πληροφορικής.

Ο Καθηγητής Juola ειδικεύεται στον τομέα της Δικαστικής Γλωσσολογίας (Forensic Linguistics), τον κλάδο δηλαδη της εφαρμοσμένης γλωσσολογίας που ασχολείται με την εφαρμογή των γλωσσολογικών γνώσεων και μεθόδων στα γλωσσικά δεδομένα που σχετίζονται με το νομικό σύστημα και την εγκληματολογική έρευνα.

Στo πλαίσιo της ομιλίας του, ο Patrick Juola αναφέρθηκε σε ορισμένα προβλήματα που προκύπτουν από τη χρησιμοποίηση της γλώσσας ως αποδεικτικού στοιχείου στη νομική διαδικασία, εστιάζοντας στο αμερικανικό δίκαιο. Στη συνέχεια, συζήτησε τη θεωρία της υπολογιστικής υφομετρίας («authorship attribution»), το διεπιστημονικό δηλαδή πεδίο έρευνας όπου επιστήμες όπως η γλωσσολογία, η στατιστική και η τεχνητή νοημοσύνη συνδυάζονται, ώστε να αποδοθεί η συγγραφική πατρότητα σε ανώνυμα κείμενα τα οποία αποτελούν βασικό στοιχείο σε ένα έγκλημα. Η συνεισφορά της Δικαστικής Γλωσσολογίας στην εγκληματολογική έρευνα, όπως αποτυπώνεται σε διάφορες ποινικές υποθέσεις παγκοσμίως, επικεντρώνεται κυρίως στην υπολογιστική υφομετρία.

Ο Patrick Juola παρουσίασε ορισμένες εφαρμογές της υπολογιστικής υφομετρίας μέσα από ορισμένες δικαστικές υποθέσεις, μεταξύ των οποίων μια υπόθεση διερεύνησης αυτοκτονίας και μια υπόθεση αίτησης ασύλου. Στην πρώτη, χρησιμοποιήθηκε κατάλληλο λογισμικό για την ταυτοποίηση του συγγραφέα ενός υποτιθέμενου σημειώματος αυτοκτονίας, προκειμένου να διακριβωθει αν ο θάνατός του οφειλόταν πράγματι σε αυτοκτονία. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι το σημείωμα δεν ήταν δυνατό να έχει γραφεί από τον θανόντα, του οποίου ο θάνατος αποδόθηκε τελικά σε ανθρωποκτονία. Η δεύτερη υπόθεση αφορούσε την εξέταση μιας αίτησης ασύλου στις ΗΠΑ. Ο αιτών ισχυριζόταν ότι ήταν επιβεβλημένη η χορήγηση ασύλου σε αυτόν λόγω της πολιτικής δίωξης που υφίστατο από την Κυβέρνηση της χώρας καταγωγής του λόγω της δημοσίευσης αντιπολιτευτικών άρθρων σε εφημερίδες. Ωστόσο, λόγω της ανώνυμης δημοσίευσής τους, ήταν δύσκολο να διακριβωθεί ότι ήταν πράγματι αυτός ο συγγραφέας. Αφου εξετάστηκαν με το κατάλληλο λογισμικό, τα άρθα αποδόθηκαν τελικά στον αιτούντα άσυλο, στον οποίον τελικά και χορηγήθηκε άσυλο.

Μετά το τέλος της ομιλίας του, ακολούθησε ενδιαφέρουσα συζήτηση, κατά την οποία διατυπώθηκαν ερωτήσεις σχετικά με τις χρησιμοποιούμενες μεθόδους ανάλυσης κειμένων, τον χρόνο και την ποσότητα του δείγματος, που απαιτείται για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων, τον ρόλο του δικαστικού πραγματογνώμονα κατά το αμερικανικό δίκαιο, τις εφαρμογές της δικαστικής υφομετρίας εκτός της ποινικής δικαδικασίας κ.λ.π.