"Η ελληνική εγκληματολογία πρέπει να γίνει πιο εξωστρεφής και να αφομοιωθεί με την ευρωπαϊκή εγκληματολογία"
Ο Αναπληρωτής Καθηγητής Γιώργος Αντωνόπουλος είναι ένας από τους πολλούς Έλληνες επιστήμονες που διαπρέπουν στο εξωτερικό. Κατάγεται από την Πάτρα αλλά εδω και αρκετά χρόνια ζει στη Μεγάλη Βρετανία. Σπούδασε Εγκληματολογία -BSc (Hons)- στο Πανεπιστήμιο του Teesside καθώς και στο Πανεπιστήμιο του Leicester (MSc) και ολοκλήρωσε τη διδακτορική του διατριβή στο Πανεπιστήμιου του Durham. Σήμερα διδάσκει Εγκληματολογία στο Πανεπιστήμιο Teesside με το βαθμό του Αναπληρωτή Καθηγητή.
Το 2009 η Ευρωπαϊκή Εταιρεία Εγκληματολογίας (European Society of Criminology) απένειμε σε αυτόν το "ΕSC Young Criminologist Award", Λέκτορα κατά το χρόνο εκείνο του Πανεπιστημίου Τeesside, για τη μελέτη του “The Greek Connection(s): The Social Organisation of the Cigarette Smuggling Business in Greece”, στο European Journal of Criminology, 2008, 5(3): 263-288.
Το www.theartofcrime.gr έχει την τιμή να φιλοξενεί έναν από τους πλέον φερέλπιδες εγκληματολόγους στην Ευρώπη, καθώς οι διακρίσεις του σε συνδυασμό με το νεαρό της ηλικίας καταδεικνύουν ότι το μέλλον βρίσκεται στους νέους επιστήμονες καθώς και ότι ο συνεντευξιαζόμενος έχει ακόμη πολλά να προσφέρει στην επιστήμη και όχι μόνο...
Συνέντευξη στους
Αναστασία Χαλκιά
κοινωνιολόγο - υπ. Δρ Εγκληματολογίας Παντείου Πανεπιστημίου
και Νικήτα Νικηταρά,
τελειόφοιτου Νομικής Αθηνών
Ποια είναι η μέχρι σήμερα επιστημονική και ακαδημαϊκή σας πορεία;
Έκανα τις προπτυχιακές μου σπουδές στην εγκληματολογία στο πανεπιστήμιο του Teesside και μεταπτυχιακό στην εγκληματολογία στο Scarman Centre for the Study of Public Order του πανεπιστημίου του Leicester. Το 2001 ξεκίνησα διδακτορικό στο πανεπιστήμιο του Durham υπο την επίβλεψη των καθηγητών John Tierney και Dick Hobbs. Κατα τη διάρκεια της διδακτορικής έρευνας εργάστηκα ως ερευνητής στο Middlesbrough Crime and Disorder Reduction Partnership, και ως μερικώς απασχολούμενος λέκτορας (part-time lecturer) στα πανεπιστήμια του Teesside και του Durham. Από το 2006 υπηρετώ ως λέκτορας, και μετέπειτα επίκουρος (senior lecturer) και αναπληρωτής καθηγητής εγκληματολογίας στο πανεπιστήμιο του Teesside. Τα ερευνητικά και διδακτικά μου ενδιαφέροντα συμπεριλαμβάνουν την εγκληματικότητα, εγκληματοποίηση και θυματοποίηση των μεταναστών, το «οργανωμένο έγκλημα» και κυρίως οι εμπειρικές εκφάνσεις του «οργανωμένου εγκλήματος» που παρουσιάζουν επιχειρηματικά χαρακτηριστικά, όπως το λαθρεμπόριο τσιγάρων, η διακίνηση μεταναστών, το εμπόριο ανθρώπων, το εμπόριο κλεμμένων οχημάτων και ανταλλακτικών, ναρκωτικών, και πειρατικών CD και DVD.
WHO IS WHO |
Αν. Καθηγητής
Γιώργος Αντωνόπουλος
Ενδιαφέροντα/χόμπυ: Διάβασμα, φωτογραφία, συλλογή ταινιών ‘εγκληματολογικού ενδιαφέροντος’.
Αγαπημένη μουσική: Funk, ρεμπέτικα.
Αγαπημένη ταινία: ‘Οι Συνήθεις Ύποπτοι’.
Aγαπημένο βιβλίο: Δύσκολο να διαλέξω ένα. Έλληνες κλασσικοί / ‘Η Βασίλισσα του Νότου’ του Α. Πέρεθ-Ρεβέρτε / ‘Wages of Crime’ του R.T. Naylor.
Αθλητισμός: Παναθηναικός, ποδόσφαιρο, πολεμικές τέχνες.
Αγαπημένος εκδρομικός προορισμός: Πάτρα.
|
|
Τι ήταν αυτό που σε προσέλκυσε αφενός στην Εγκληματολογία και αφετέρου στη μελέτη του οργανωμένου εγκλήματος;
Μια σειρά από ευτυχή γεγονότα! Αρχικά στο γυμνάσιο-λύκειο είχα αποφασίσει ότι η θεωρητική κατεύθυνση μου ταιριάζει περισσότερο. Επίσης, η εγκληματολογία είναι έτσι και αλλιώς μια γοητευτική επιστήμη αλλά η αλήθεια είναι ότι είχα πάρα πολλά ερεθίσματα από την οικογένειά μου. Ο πατέρας μου ήταν αστυνομικός και απο μικρή ηλικία μπαινόβγαινα σε αστυνομικά τμήματα, και είχα επαφή με ανθρώπους και από τις δυο πλευρές του νόμου. Δεν πρόκειται να ξεχάσω ποτέ ένα περιστατικό σε ένα αστυνομικό τμήμα με ένα συλληφθέντα ανήλικο, κατά συρροή διαρρήκτη και γνωστό στις τοπικές αστυνομικές αρχές, ο οποίος με κέρασε μπισκότα, και η κίνησή του αυτή με έκανε να απαιτήσω από τον πατέρα μου και τους συναδέλφους του να τον αφήσουν ελεύθερο. Νομίζω ότι αυτή ήταν η πρώτη φορά – και αν δεν κάνω λάθος ήμουν 9-10 ετών - που προβληματίστηκα έντονα σχετικά με το πώς δυο ανήλικοι και σχεδόν συνομίληκοι μπορεί να τυγχάνουν μιας τόσο διαφορετικής αντιμετώπισης από ενήλικες. Σημαντική παράμετρος, βέβαια, για την έλξη που μου άσκησε η εγκληματολογία υπήρξε και η παρουσία βιβλίων και περιοδικών εγκληματολογίας καθώς και της ‘Αστυνομικής Επιθεώρησης’ στη βιβλιοθήκη μας. Γνώριζα τον Λομπρόζο και τις θεωρίες του καθώς και άλλους μεγάλους Έλληνες και ξένους εγκληματολόγους πολύ πριν ξεκινήσω τις σπουδές μου στο συγκεκριμένο αντικείμενο. Όσον αφορά την ενασχόλησή μου με το «οργανωμένο έγκλημα» ήταν προιόν «τύχης». Κατά τη διάρκεια της έρευνάς μου για την εγκληματικότητα και εγκληματοποίηση των μεταναστών, γνώρισα αρκετούς μετανάστες που είχαν ζητήσει τις υπηρεσίες διακινητών ή ήταν οι ίδιοι διακινητές, καθώς και μετανάστες οι οποίοι είχαν αναμειχθεί σε κάθε είδος παράνομο εμπόριο. Η παρουσία δραστηριοτήτων που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν «οργανωμένο έγκλημα» κυριολεκτικά παντού στην Ελλάδα ήταν αυτό που κέντρισε το ενδιαφέρον. Και φυσικά η επιρροή του καθηγητή Dick Hobbs ήταν τεράστια.
Θα θέλαμε να μας μεταφέρετε την εμπειρία σας από το Ηνωμένο Βασίλειο αναφορικά με την επιστήμη της εγκληματολογίας. Τι είναι εκείνο που θα ξεχωρίζατε ως πιο σημαντικό και ουσιαστικό στα αγγλικά πανεπιστήμια για την ανάπτυξη της επιστημονικής γνώσης και της εκπαιδευτικής διαδικασίας;
Στο Ηνωμένο Βασίλειο η εγκληματολογία είναι σαφώς πολύ ανεπτυγμένη τόσο ερευνητικά όσο και ως διδακτικό αντικείμενο. Θα έλεγα ένα σημαντικό χαρακτηριστικό, ίσως και σε αντίθεση με άλλες χώρες της ηπειρωτικής Ευρώπης, είναι ότι η εγκληματολογία διαθέτει αυτοτέλεια ως κλάδος της κοινωνιολογίας. Έτσι τομείς εγκληματολογίας ευρίσκονται κυρίως σε σχολές κοινωνικών επιστημών παρά σε νομικές σχολές. Όσον αφορά το πιο σημαντικό και ουσιαστικό για τη διδασκαλία της εγκληματολογίας στo Ηνωμένο Βασίλειο θα έλεγα ότι είναι η έμφαση στην έρευνα και τις ερευνητικές μεθόδους.
Ποια θεωρείτε ότι είναι η θέση της εγκληματολογίας στο Ηνωμένο Βασίλειο σε σχέση με την Ελλάδα, ερευνητικά και ως εφαρμοσμένη επιστήμη;
Το έργο που έχουν επιτελέσει οι Έλληνες εγκληματολόγοι είναι σημαντικό και νομίζω ότι όσον αφορά την ποιότητα της έρευνας η Ελλάδα δεν έχει να ζηλέψει κάτι. Η διαφορά στη χρηματοδότηση για εγκληματολογική έρευνα όμως είναι τεράστια αν και τα πραγματα και στο ΗΒ θα γίνουν πολύ πιο ανταγωνιστικά. Ως εφαρμοσμένη επιστήμη τα πραγματα είναι επίσης πολύ διαφορετικά. Στην Βρετανία υπάρχει ένα πολύ μεγαλύτερο και πιο αποτελεσματικό πλαίσιο απορρόφησης εγκληματολόγων. Για παραδειγμα, υπάρχουν τα Crime and Disorder Reduction Partnerships τα οποία θεσπίστηκαν στη χώρα το 1998 ή τα τμήματα ασφάλειας των τοπικών κοινοτήτων που υπάρχουν σε όλους τους δήμους και στελεχώνονται –τουλάχιστον ερευνητικά - από εγκληματολόγους μεταξύ άλλων ενώ υπάρχουν και άλλοι φορείς, όπως ερευνητικά κέντρα ή τομείς σε υπουργεία, οργανισμούς κ.λπ. που αξιοποιούν μεγάλο μέρος του δυναμικού που διαθέτει η χώρα. Επίσης, υπάρχει μια μικρή συνεισφορά των εγκληματολόγων στην εθνική πολιτική στο ΗΒ αλλά θα έλεγα οτι και στο ΗΒ υπάρχει μια διαχειριστική ελίτ, η οποία χαράσει εθνική αντεγκληματική πολιτική χωρίς κατ’ανάγκη τη συνδρομή της εγκληματολογικής κοινότητας συνολικά.
Για ποιους λόγους το οργανωμένο έγκλημα έχει πλέον αποκτήσει διεθνή χαρακτήρα;
Απλά γιατί ο,τιδήποτε άλλο έχει πλέον αποκτήσει διεθνή χαρακτήρα! Σε ένα τέτοιο διεθνοποιημένο περιβάλλον πώς θα μπορούσε αυτό που ονομάζουμε «οργανωμένο έγκλημα να μην έχει διεθνή χαρακτήρα; Βέβαια, το «διεθνές οργανωμένο έγκλημα» έχει μια πιο «απειλητική» διάσταση αλλά είμαι ιδιαίτερα επιφυλακτικός απέναντι στον προσδιορισμό «διεθνές» και την πρόσθετη αξία του όσον αφορά το φαινόμενο.
Το οργανωμένο έγκλημα και η διεθνής του δικτύωση παρουσιάζουν ιδιαίτερη έκταση τα τελευταία έτη. Τι προκύπτει από την έρευνα και ποια είναι η άποψή σας γι’ αυτή την κατάσταση;
Μιλώντας για το διεθνή χαρακτήρα του οργανωμένου εγκλήματος δεν θα πρέπει να ξεχνάμε και τον τοπικό του χαρακτήρα ο οποίος είναι και ο μόνος που μπορούμε να βιώσουμε πραγματικά και έχει μεγαλύτερη –κατά τη γνώμη μου - σημασία. Αυτό είναι και κάτι που προκύπτει από πολλές εμπειρικές μελέτες στην Ελλάδα αλλά και το εξωτερικό. Ο διεθνής χαρακτήρας του οργανωμένου εγκλήματος βιώνεται μόνο μέσα απο τα ΜΜΕ. Στην Ελλάδα βρισκόμαστε αντιμέτωποι με χαλαρά συνδεδεμένες τοπικές ομάδες, οι οποίες διατηρούν μια σχετική αυτονομία στη διεκπεραίωση της κάθε φάσης της διαδικασίας «οργανωμένων εγκληματικών δραστηριοτήτων», και οι οποίες ιδωμένες στο σύνολό τους πολύ απέχουν από το να μπορούν να θεωρηθούν ‘διεθνικό οργανωμένο έγκλημα’. Η ιδέα της απειλής του «διεθνικού οργανωμένου εγκλήματος» έχει προκύψει με βάση πολιτικές σκοπιμότητες και έχει αναδειχθεί σε βασικό νομιμοποιητικό μοχλό της αναδιοργάνωσης και εντατικοποίησης ελέγχου και επιτήρησης, αλλά και αυστηροποίησης του σχετικού νομοθετικού πλαισίου χωρίς ταυτόχρονα να υπάρχει κάποιο έρισμα στην όποια εμπειρική προεργασία της ελληνικής εγκληματολογικής κοινότητας (στην Ελλάδα ή το εξωτερικό).
Έχετε κάνει εκτενή έρευνα για την διακίνηση μαύρων τσιγάρων στην Ελλάδα. Θα μπορούσατε να συνοψίσετε κάποια βασικά πορίσματα;
Νομίζω ότι τα βασικότερα πορίσματα έχουν να κάνουν και το ποιές «οντότητες» είναι αναμεμειγμένες στο λαθρεμπόριο τσιγάρων καθώς και το ποιοι είναι οι λαθρέμποροι τσιγάρων. Παρόλο που τα μέσα ενημέρωσης και οι καπνοβιομηχανίες αναφέρονται συνεχώς σε Μαφία, Κόζα Νόστρα, Λόμπι και Καρτέλ όταν πρόκειται για το λαθρεμπόριο τσιγάρων στην Ελλάδα και γενικά υποστηρίζουν ότι αυτό το εμπόριο διαχειρίζεται από ισχυρές, ιεραρχικές και αυστηρές «οργανώσεις», η αγορά λαθραίων τσιγάρων αποτελεί στην πραγματικότητα ένα σύνθετο περιβάλλον στο οποίο συνυπάρχουν μεμονωμένοι λαθρέμποροι, μικρές ομάδες και, στην περίπτωση του λαθρεμπορίου μεγάλης κλίμακας, δίκτυα. Τα δεδομένα απο την έρευνά μας δείχνουν επίσης ότι δεν υπάρχει συγκεκριμένο προφίλ λαθρέμπορου τσιγάρων και ότι αυτό εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη θέση ή το επίπεδο λειτουργίας του στη μαύρη αγορά καθώς και τους στόχους και τα κίνητρά του. Για παράδειγμα στην έρευνα μας έχουμε βρει παραθεριστές, Έλληνες φοιτητές (σε πανεπιστήμια του εξωτερικού) που εμπορεύονταν λαθραία τσιγάρα, έναν ιδιοκτήτη νομίμου επιχειρήσεως καθώς και κοινωνικά και οικονομικά περιθωριοποιημένους μετανάστες. Κατά τη γνώμη μου μεγάλη σημασία ανάμεσα στα ευρήματα της έρευνας αυτής έχουν εκείνα που αφορούν στο ρόλο των νόμιμων επιχειρήσεων, στο λαθρεμπόριο τσιγάρων και κυρίως το πώς οι καπνοβιομηχανίες στηρίζουν κατά κάποιο τρόπο το λαθρεμπόριο τσιγάρων ως ένα μέσο για να ανοίξουν αγορές οι οποίες γίνονται όλο και πιο κλειστές και ανταγωνιστικές.
Ποιες διαφορές ή ομοιότητες εντοπίζονται με ό,τι συμβαίνει σε άλλες χώρες;
Στην έρευνα σχετικά με το λαθρεμπόριο τσιγάρων σε χώρες όπως η Βρετανία, η Ολλανδία, το Βέλγιο, η Γερμανία και η Εσθονία έχουν προκύψει παρόμοια πορίσματα όσον αφορά τη φύση αυτής της μορφής «οργανωμένης εγκληματικότητας» αλλά σ’αυτές τις χώρες οι έρευνες βασίζονται κυρίως σε δεδομένα από τις τελωνειακές αρχές και έτσι οι ερευνητές είναι σε θέση να δώσουν περισσότερες πληροφορίες για το εύρος της παράνομης επιχείρησης και για το προφίλ των λαθρεμπόρων. Απο την άλλη πλευρά και ακριβώς γιατί τα δεδομένα στις προαναφερθείσες χώρες προέρχονται απο τις αρχές και αφορούν -αν μπορούμε να τους αποκαλέσουμε έτσι- «αποτυχημένους» λαθρεμπόρους, τα πορίσματα συχνά δίδουν έμφαση στα εισαγόμενα λαθραία τσιγάρα και δεν αναδεικνύουν το ρόλο του νόμιμου (ντόπιου) τομέα στο λαθρεμπόριο, εκτός ίσως απο το ρόλο εταιρειών μεταφορών.
Πόσο «οργανωμένο» είναι τελικά το οργανωμένο έγκλημα;
Στην Ελλάδα και όσον αφορά τις επιχειρηματικές του εκφάνσεις θα έλεγα ότι το «οργανωμένο έγκλημα» είναι ανοργάνωτο! Δεν αποκλείω το να υπάρχουν στην Ελλάδα μορφές «οργανωμένης εγκληματικότητας» που είναι («πολύ») «οργανωμένες» αλλά στις ερευνητικές μου προσπάθειες ως τώρα δεν τις έχω συναντήσει... Ίσως σε μη-επιχειρηματικές εκφάνσεις του φαινομένουν, αυστηρές δομές να είναι παρούσες...
Πού θα λέγατε ότι τέμνονται -εάν τέμνονται-, το οργανωμένο έγκλημα και η («κοινή») παραδοσιακή εγκληματικότητα;
Υπάρχουν μορφές «οργανωμένου εγκλήματος» και κυρίως με επιχειρηματικά χαρακτηριστικά οι οποίες έχουν μια βάση στην «κοινή», παραδοσιακή εγκληματικότητα. Για παράδειγμα, σε πολλές περιπτώσεις στο εμπόριο κλεμμένων οχημάτων, η κλοπή εκτελείται κατά παραγγελία νόμιμων επιχειρηματιών όπως ιδιοκτητών μαντρών μεταχειρισμένων αυτοκινήτων ή αποδεκτών εντός της νόμιμης αγοράς, οι οποίοι αναζητούν αυτοκίνητο συγκεκριμένου τύπου, ή συγκεκριμένο ανταλλακτικό. Σ’αυτή την περίπτωση το «οργανωμένο έγκλημα» είναι ένα υβρίδιο predatory παραδοσιακής εγκληματικότητας και επιχειρηματικής (entrepreneurial) εγκληματικότητας.Υπάρχουν επίσης μορφές «κοινής» εγκληματικότητας, όπως ληστείες, οι οποίες διαπραττονται από ομάδες π.χ 3-4 ατόμων και οι οποίες θεωρούνται «οργανωμένο έγκλημα».
Έχετε ασχοληθεί παράλληλα με θέματα τρομοκρατίας, με οργανώσεις που επιδίδονται σε τέτοιες πρακτικές;
Δεν έχω ασχοληθεί με το θέμα της τρομοκρατίας αλλά σε όλες τις έρευνες που έχω διεξάγει μόνος ή με συναδέλφους όπως οι Παπανικολάου, Winterdyk, von Lampe, Hobbs κ.ά δεν έχει προκύψει σχέση μεταξύ «οργανωμένου εγκλήματος» και τρομοκρατικών οργανώσεων π.χ. χρηματοδότηση τρομοκρατικών οργανώσεων από δραστηριότητες «εγκληματικών οργανώσεων». Αν τρομοκρατικές οργανώσεις αγοράζουν όπλα από λαθρεμπόρους όπλων αυτό δεν τους κάνει συνεργούς αλλά απλούς πελάτες. Η αναπαράσταση του «οργανωμένου εγκλήματος» και της τρομοκρατίας ως συγκοινωνούντα δοχεία είναι κατα τη γνώμη μου πολύ τραβηγμένη, ιδιαίτερα για μια χώρα σαν την Ελλάδα .
Πώς βλέπετε την εξέλιξη της επιστήμης της εγκληματολογίας στα επόμενα χρόνια;
Δεν είμαι ιδιαίτερα αισιόδοξος σχετικά με την εξέλιξη της εγκληματολογίας και της εγκληματολογικής θεωρίας στα επόμενα χρόνια... Και είμαι ακόμα πιο απαισιόδοξος όσον αφορά την εξέλιξη της θεωρίας για το οργανωμένο έγκλημα. Πιστεύω πως η εγκληματολογία θα πορευτεί έχοντας δύο πόλους. Ο ένας θα έχει στον πυρήνα του την εξέλιξη του εγκληματικού και ποινικού φαινομένου ως αποτέλεσμα των οικονομικών εξελίξεων και των ζητημάτων που παράγονται στο ευρύτερο οικονομικό πλαίσιο. Ως κομμάτι του συγκεκριμένου πόλου πιστεύω ότι η ελληνική εγκληματολογία της οποίας η βάση είναι στη χώρα που βρίσκεται πιο «κοντά στο μέλλον» απο οποιαδήποτε άλλη, θα έχει τη δυνατότητα και την ευκαιρία να συνεισφέρει σημαντικά αρκεί η να γίνει πιο εξωστρεφής και αφομοιωθεί με την ευρωπαική εγκληματολογία. Η αγγλική έκδοση του The Art of Crime είναι μια εξαιρετική προσπάθεια προς αυτή την κατεύθυνση. Ο δεύτερος πόλος θα έχει στον πυρήνα του τη διαχειριστική (administrative) εγκληματολογία και έχω την εντύπωση ότι θα συγκεντρώνει το συντριπτικά μεγαλύτερο κομμάτι της χρηματοδότησης.
Ποια είναι τα επόμενα επιστημονικά σχέδιά σας; Πού θα θέλατε να εστιάσετε τις μελέτες σας;
Θα ήθελα να ασχοληθώ με μορφές «οργανωμένης εγκληματικότητας» που δεν παρουσιάζουν επιχειρηματικά χαρακτηριστικά π.χ. εκβιασμοί καθώς και με μορφές «οργανωμένης εγκληματικότητας» σχετικά με το περιβάλλον.