• ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2025
  • ΣΤΗΛΕΣ
    • Editorial
    • Συνέντευξη
    • Μελέτες
    • Art & Crime
    • Notitiae Criminalis
    • Έγκλημα & Επιστήμες
    • Εκ των έσω
    • Σχολιασμένη Νομοθεσία
    • Νομολογία ΕΔΔΑ και ΔΕΕ
    • Σχολιασμένη Νομολογία
    • Με άποψη
    • Πορτραίτα
    • Βιβλιοπαρουσίαση
  • ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ
  • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ
  • ΤΕΥΧΗ
    • ΝΕΑΣ ΕΚΔΟΣΗΣ
    • ΠΑΛΑΙΑΣ ΕΚΔΟΣΗΣ
The Art of Crime
The Art of Crime
  • ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2025
  • ΣΤΗΛΕΣ
    • Editorial
    • Συνέντευξη
    • Μελέτες
    • Art & Crime
    • Notitiae Criminalis
    • Έγκλημα & Επιστήμες
    • Εκ των έσω
    • Σχολιασμένη Νομοθεσία
    • Νομολογία ΕΔΔΑ και ΔΕΕ
    • Σχολιασμένη Νομολογία
    • Με άποψη
    • Πορτραίτα
    • Βιβλιοπαρουσίαση
  • ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ
  • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ
  • ΤΕΥΧΗ
    • ΝΕΑΣ ΕΚΔΟΣΗΣ
    • ΠΑΛΑΙΑΣ ΕΚΔΟΣΗΣ
  • The Art of Crime Mag

Σχολιασμένη Νομοθεσία

Αναδρομική ισχύς του ηπιότερου νόμου
και μερικότερες εφαρμογές στα θέματα
της ποινής

Παναγιώτης Μπρακουμάτσος
Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου

Νοέμβριος 2019

Print Friendly, PDF & EmailΕκτύπωση

Αναδρομική ισχύς του ηπιότερου νόμου και μερικότερες εφαρμογές στα θέματα της ποινής

I. Η ενασχόλησή μας στο παρόν αφορά την πραγμάτευση του άρθρου 2 του ΠΚ σε σχέση με ορισμένα ζητήματα που αφορούν στην επιμέτρηση της ποινής και την αναστολή αυτής  στα πλαίσια του ανωτέρω άρθρου. Τόσο η θεωρία, όσο και η νομολογία, λόγω των νεοπαγών ρυθμίσεων δεν έχουν οριοθετήσει σαφώς τη σχέση του άρθρου 2 του ισχύοντος ΠΚ με τα θέματα, που αφορούν τη ποινή και ειδικότερα την έκτισή της.

Με την σύντομη αυτή ενασχόλησή μας περισσότερο κατατείνουμε στην ανάδειξη προβληματισμών και λιγότερο στη διατύπωση πάγιας θέσης. Τούτο άλλωστε θα ήταν επισφαλές και πρόωρο.

Ειδικότερα το  άρθρο ορίζει 2 ΠΚ «1.  Αν  από  την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός  που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου  περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις. 2. Αν μεταγενέστερος νόμος χαρακτήρισε την πράξη όχι αξιόποινη παύει  και  η  εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε καθώς και τα ποινικά επακόλουθά της».

Κατά την αιτιολογική έκθεση  διευκρινίζεται επίσης ότι αυτό που ενδιαφέρει δεν είναι αν ο νόμος στο σύνολό του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, αλλά αν περιέχει διατάξεις που είναι επιεικέστερες γι' αυτόν. Έτσι, είναι πιθανό να εφαρμόζονται σε συγκεκριμένη περίπτωση διατάξεις διαφορετικών νόμων. Μπορεί λ.χ. να εφαρμόζεται νεότερη διάταξη που προβλέπει μικρότερη απειλούμενη ποινή, μαζί με διάταξη παλαιότερου νόμου που πρόβλεπε μετατροπή της μεγαλύτερης ποινής. (γ) Τέλος, στην ίδια διάταξη προβλέπεται ότι αν μεταγενέστερος νόμος χαρακτήρισε την πράξη μη αξιόποινη, παύει η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε καθώς και τα ποινικά επακόλουθά της, όπως και η εκτέλεση των μέτρων ασφαλείας».

Κατά την πάγια νομολογία του ΑΠ, υπό το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, όταν για τον συγκεκριμένο κατηγορούμενο η πράξη του εμπίπτει στις διατάξεις και των δύο νόμων, διότι η πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος τιμωρείται και από τους δύο νόμους είναι ανεπίτρεπτη η διάσπαση του νόμου, αφού ο ευμενέστερος νόμος εφαρμόζεται όπως ισχύει στο σύνολο του και δεν διασπάται σε ευμενέστερες και μη για τον κατηγορούμενο διατάξεις, από τις οποίες να εφαρμόζονται μόνο οι πρώτες, γιατί με τον τρόπο αυτό καταρτίζεται, από το δικαστήριο ίδιος νόμος κατά παράβαση των συνταγματικών διατάξεων (αρθρ. 26, 73 επ.) περί διακρίσεως των λειτουργιών και εφαρμόζεται η ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο αυτό διάταξη (ΑΠ 433/2012, 110/2014, 392/2015). Ειδικότερα ως  ηπιότερος νόμος θεωρείται εκείνος ο οποίος, όπως ίσχυσε, περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επέρχεται ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινή μεταχείρισης [ΑΠ 731/2013 ΤΝΠ Νομ] και δεν επιτρέπεται επιλογή διατάξεων από διαδοχικούς νόμους (Ολ. ΑΠ 5/2008 Π.Χρ. ΝΗ-508).

Η νομολογιακή αυτή παραδοχή όμως μάλλον πρέπει να εξετασθεί υπό νέο πρίσμα  σε σχέση  με τη  νέα διατύπωση του άρθρο 2 του ισχύοντος ΠΚ


ΙΙ. Άρθρο 99 ΠΚ

Σύμφωνα με το άρθρο 99 παρ 1 του ισχύοντος ΠΚ «1. Αν κάποιος καταδικαστεί σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, το δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για διάστημα από ένα έως τρία έτη, εκτός αν κρίνει, με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον καταδικασθέντα από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων. Ο χρόνος αναστολής δεν μπορεί να είναι βραχύτερος από τη διάρκεια της ποινής και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που χορηγεί την αναστολή».

Η διάταξη αυτή διαφέρει από την προισχύσασα, καθόσον με την τελευταία οριζόταν στην παράγραφο «1. Αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετάκλητα για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή μεγαλύτερη από ένα έτος, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικά το πιο πάνω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, το δικαστήριο με την απόφαση του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από ένα και ανώτερο από τρία έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία της αποφάσεως στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων. Ο χρόνος αναστολής δεν μπορεί να είναι βραχύτερος από τη διάρκεια της ποινής. Η αναστολή εκτέλεσης της ποινής δεν μπορεί να εξαρτηθεί από την προηγούμενη καταβολή των δικαστικών εξόδων.»

Από την αντιπαραβολή των δύο διατάξεων προκύπτει ότι η ισχύουσα είναι ευμενέστερη της προιθσχύσασας, δεδομένου ότι πλέον η χορήγηση της αναστολής αποσυνδέεται από την ύπαρξη ή μη προηγούμενων καταδικών, καθώς και του συνολικού ύψους των ποινών που έχουν επιβληθεί.

Ωστόσο προβληματισμούς δημιουργεί η μεταβατική διάταξη του άρθρου 465 του ισχύοντος ΠΚ κατά την οποία ««Οι διατάξεις του προϊσχύσαντος Ποινικού Κώδικα για τη μετατροπή της ποινής σε χρηματική ποινή, την αναστολή εκτέλεσης της ποινής και την απόλυση υπό όρο εφαρμόζονται για πράξεις που τελέστηκαν μέχρι τη θέση σε ισχύ του παρόντος».

Η διάταξη αυτή που είναι ειδικότερη αυτής του άρθρου 2 την υπερακοντίζει ή όχι ;

Κατά το άρθρο 15 παρ εδ 3 του ΔΣΑΠ, που είναι διάταξη υπερνομοθετικής ισχύος «Εάν, μετά τη διάπραξή του ο νόμος προβλέπει την επιβολή ελαφρύτερης ποινής, ο δράστης επωφελείται από αυτήν». Επίσης κατά τη διάταξη του άρθρου 49 παρ 1 περ γ του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ ««Εάν, μετά τη διάπραξή του ο νόμος προβλέπει την επιβολή ελαφρύτερης ποινής, ο δράστης επωφελείται από αυτήν».

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι μετά την ισχύ του νέου ΠΚ εφαρμοστέο τυγχάνει το άρθρο 99 παρ 1 αυτού( βλ και 2373/2019 Πλημ Αθην δημ Νομ).

Βεβαίως αυτό είναι εναργές για ποινές πάνω από ένα έτος. Για ποινές κάτω από έτος και οι δύο νόμοι είναι ισοσθενείς.


III.  Άρθρο 94 ΠΚ

Με το άρθρο 94 του Ν ΠΚ το ανώτατο όριο της εκτιτέας συνολικής ποινής επί μεν καθείρξεως ορίζεται στα 20 έτη ( αντί 25) και το αντίστοιχο επί φυλακίσεως τα 8 έτη ( αντί 10).

Σαφώς η διάταξη αυτή είναι επειεικέστερη της προισχύσασας.

Το πρόβλημα που ανακύπτει έγκειται στον επανακαθορισμό του ανωτάτου ορίου μετά την αμετάκλητη εκδίκαση  και πριν την έκτιση από τον εισαγγελέα εκτέλεσης ή το δικαστήριο του άρθρου 562 ΚΠΔ με τη μορφή των αντιρρήσεων.

Σύμφωνα με την μάλλον κρατούσα τάση της νομολογίας, υπό την ισχύ του προισχύσαντος ΠΚ, « κατά το άρθρο 2 παράγραφοι 1 και 2 του ΠΚ, ο μετά την τέλεση της πράξης επιεικέστερος νόμος, αν μεν περιέχει ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις εφαρμόζεται μόνον επί των υποθέσεων που δεν έχουν εκδικασθεί αμετακλήτως, αν δε χαρακτηρίζει την πράξη μη αξιόποινη επιφέρει την παύση της εκτέλεσης της ποινής μαζί με τα επακόλουθά της. Για τις αμετακλήτως εκδικασθείσες υποθέσεις, οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ευμενέστερου για τον κατηγορούμενο νόμου, θα πρέπει ο νέος αυτός νόμος να διαλάβει περί αυτών μεταβατικές διατάξεις, και αν δεν το πράξει, για οποιοδήποτε λόγο, δεν απομένει παρά η διοικητική οδός της χάριτος,( ΑΠ 1270/2016, δημ Νομ).  Και ένα μεγάλο μέρος της θεωρίας αυτό υποστηρίζει ( Χωραφά «Γενικό ποινικό Δίκαιο» σελ 73). Κατ άλλη άποψη  παύει η εκτέλεση της ποινής, όταν η χρονική διάρκεια της εκτιθείσας ποινής, φθάσει στο μέγιστο όριο του πλαισίου που προβλέπει ο νέος νόμος.

Ωστόσο άλλες δικαστικές αποφάσεις   υιοθέτησαν την ερμηνευτική προσέγγιση της ανάλογης εφαρμογής της αρχής του άρθρου 2 ΠΚ και στην περίπτωση που ο νεότερος επιεικέστερος νόμος ίσχυσε μετά την αμετάκλητη εκδίκαση της υποθέσεως, πριν όμως από την εκτέλεση της επιβληθείσας ποινής, διότι, όπως έχει νομολογηθεί σε αντίστοιχη περίπτωση από το Ακυρωτικό (βλ. ΑΠ 1638/1994, ΠοινΧρ 1995, 43) «η φάση της εκτέλεσης αποτελεί τμήμα της έννομης σχέσης που δημιουργείται μεταξύ δράστη και Πολιτείας και αρχίζει από την τέλεση της πράξης, λήγει δε με την εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε αμετάκλητα», το δε δεδικασμένο δεν πλήττεται « αφού δεν πρόκειται για κατάγνωση νέας ποινής, αλλά για καθορισμό εκτιτέας συνολικής ποινής». Ετσι, ορισμένα  δικαστήρια προχώρησαν στον επιβαλλόμενο επανακαθορισμό του ανωτάτου ορίου της εκτιτέας συνολικής ποινής καθείρξεως στα 20 έτη, όπως προβλέπει η ευμενέστερη διάταξη του άρθρου94 παρ. 1 του νέου ΠΚ (ΤριμΠλημΠειρ AT 3298/2019, ΜονΕφΚακΑΘ 2913/2019 κ.α. αδημοσίευτες), προφανώς λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν θίγεται το δεδικασμένο, αφού ο νεότερος ηπιότερος νόμος δεν επιβάλλει επανεκδίκαση της υποθέσεως για την οποία υπάρχει αμετάκλητη καταδίκη.  Επιχείρημα υπέρ της απόψεως αυτής είναι  ότι : συμπορεύεται και με τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 εδ. γ του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (Ν. 2462/1997), κατά την οποία «...δεν επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνη που προβλεπόταν κατά τη χρονική στιγμή της διάπραξης του ποινικού αδικήματος. Εάν μετά τη διάπραξή του ο νόμος προβλέπει την επιβολή ελαφρύτερης ποινής, ο δράστης επωφελείται από αυτήν», η διάταξη δε αυτή (που δεν περιέχει την προϋπόθεση του μη αμετάκλητου της καταδίκης) έχει ισχύ υπερνομοθετική, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος. Από τις προηγηθείσες επισημάνσεις φαίνεται ότι εκδηλώνεται   μία «τάση» στις νομολογιακές παραδοχές των ποινικών δικαστηρίων, με την οποία είναι πιθανόν να  εναρμονισθούν σταδιακά οι εκδιδόμενες από τα δικαστήρια αποφάσεις. Τέλος, είναι προφανές ότι, από δικονομική άποψη, κατά τη διαδικασία του άρθρου 562 ΚΠΔ μπορούν να προβληθούν αντιρρήσεις σχετικές και με τη διάρκεια της (συνολικής) εκτιτέας ποινής, στην οποία (διάρκεια) είναι δυνατόν να ασκεί επιρροή νεότερος ευμενέστερος νόμος. Όμως, πρέπει να επισημάνουμε ότι η κρίση του αρμόδιου κατά το άρθρο 549 ΚΠΔ εισαγγελέα εκτελέσεως, εναρμονιζόμενη με την προαναφερόμενη διαμορφωθείσα άποψη της νομολογίας και εκφερόμενη με την κατά το άρθρο 562 εδ. α ΚΠΔ Διάταξή του, είναι δυνατόν, κάθε φορά, να αντιμετωπίζει αποτελεσματικά το συγκεκριμένο ζήτημα χωρίς την προσφυγή στη διαδικασία των αμφιβολιών ή αντιρρήσεων του άρθρου 562 εδ. β ΚΠΔ( Γνωμ Αντ/λέα ΑΠ Δ. Παπαγεωργίου 8/2019).


IV. Άρθρο 105 ΠΚ

Κατά τη μάλλον κρατούσα άποψη στην περίπτωση της υπό όρον απόλυσης μόνο ο νεότερος και επιεικέστερος νόμος εφαρμόζεται και μετά την αμετάκλητη εκδίκαση της υπόθεσης, εφόσον δεν έχει ακόμη εκτιθεί ολικά η επιβληθείσα ποινή, κατ` ανάλογη εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ( Εφ Πειρ 109/2002. Γνωμ Εισ ΑΠ 1/2011, δημ Νομ) .  Ο θεσμός της υφ` όρον απόλυσης είναι ουσιαστικού ποινικού δικαίου και συνεπώς ισχύει το άρθρο 2 § 1 Π.Κ. [ βλ. Ζησιάδη Ποινικό Δίκαιο τομ. Β, σελ. 417, Μαργαρίτη στον τιμ. τόμο Μανωλεδάκη σελ. 380-1, Καϊάφα - Γκμπάντι στο έργο «Δίκαιο των ποινικών κυρώσεων» (2008) σελ. 476, 493].


V. Άρθρο 101 ΠΚ

Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 101 του προισχύσαντος ΠΚ «.Αν μετά τη χορήγηση της αναστολής,  αλλά  κατά  τη  διάρκειά της, αποδειχθεί ότι αυτός που την έλαβε είχε προηγουμένως καταδικαστείαμετακλήτως  σε  στερητική  της  ελευθερίας  ποινή  για κάποια από τις πράξεις που ορίζει το άρθρο 99, το δικαστήριο με αίτηση του εισαγγελέαανακαλεί την αναστολή που χορηγήθηκε».

Η παράγραφος αυτή δεν υπάρχει πλέον στο ισχύον. Τούτο εξηγείται εκ του ότι η χορήγηση αναστολής, κατ άρθρο 99, δεν θέτει τις προυποθέσεις που έθετε το προισχύσαν .

Ζήτημα τίθεται στη περίπτωση που κάποιος έλαβε αναστολή υπό το καθεστώς του προισχύσαντος 99 και αποδειχθεί ότι δεν συνέτρεχαν οι προυποθέσεις της χορήγησης.

Κατά την προφανή άποψη το ισχύον άρθρο 101 ΠΚ είναι επιεικέστερο του προισχύσαντος και συνεπώς δεν μπορεί να ανακληθεί η χορηγηθείσα αναστολή ( Τριμελ Πλημ Καβαλ 983/2019, Τριμ Πλημ Καβαλ 1176/2019, Μον Πλημ Καβαλ 1872/2019 και 1830/2019, αδημοσίευτες  ).

Κατά μια άλλη προσέγγιση το άρθρο 2 του ΠΚ ρυθμίζει όμοιες καταστάσεις . Στην προκειμένη περίπτωση η χορηγηθείσα αναστολή έλαβε χώρα με προυποθέσεις. Η εκ των υστέρων αποκάλυψη ότι δεν συνέτρεχαν οι προυποθέσεις αυτές, δεν σημαίνει άνευ άλλου τινός ότι αυτή δεν πρέπει να ανακληθεί, καθόσον πρόκειται για δύο διαφορετικές περιπτώσεις και συνεπώς δεν μπορεί να εφαρμοσθεί το άρθρο 2 του ΠΚ.

Επίμετρο

Το θέμα της ερμηνείας του άρθρου 2 του ΠΚ είναι ανοικτό τόσο για τη θεωρία  όσο και για τη νομολογία, αφού από τη φύση του το εν λόγω άρθρο πάντα δημιουργούσε  δογματικές δυσχέρειες, πολλώ μάλλον τώρα που τροποποιήθηκε.

Για το ζήτημα αυτό θα επανέλθουμε  σύντομα.

Facebook Twitter Google+ LinkedIn
Next article Editorial Νοεμβρίου 2019
Previous article Νεότερες εξελίξεις στην ποινική προστασία
των επιχειρηματικών απορρήτων στο δίκαιο
του ανταγωνισμού

Σχετικά άρθρα

Η αναθεώρηση της Οδηγίας <br/>για τα Δικαιώματα των Θυμάτων: <br/>μια νέα ευκαιρία για την φιλική <br/>προς τα παιδιά προσέγγιση <br/>του ανήλικου θύματος
Νοέμβριος 2025

Η αναθεώρηση της Οδηγίας
για τα Δικαιώματα των Θυμάτων:
μια νέα ευκαιρία για την φιλική
προς τα παιδιά προσέγγιση
του ανήλικου θύματος

Ζητήματα αποδέσμευσης και διαχείρισης <br/>δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων <br/>μετά τον Ν. 5042/2023
Νοέμβριος 2024

Ζητήματα αποδέσμευσης και διαχείρισης
δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων
μετά τον Ν. 5042/2023

Ο θεσμός του «μάρτυρα δημοσίου συμφέροντος» <br>(whistleblower) και η πρόσληψή του στην ελληνική έννομη τάξη
Νοέμβριος 2023

Ο θεσμός του «μάρτυρα δημοσίου συμφέροντος»
(whistleblower) και η πρόσληψή του στην ελληνική έννομη τάξη

Γυναικοκτονία και κράτος δικαίου
Νοέμβριος 2022

Γυναικοκτονία και κράτος δικαίου

Δημοσιοποίηση προσωπικών δεδομένων <br/>(φερομένων ως) δραστών σεξουαλικών αδικημάτων: <br/>Μια εγκληματολογική και ποινολογική ανάγνωση
Νοέμβριος 2022

Δημοσιοποίηση προσωπικών δεδομένων
(φερομένων ως) δραστών σεξουαλικών αδικημάτων:
Μια εγκληματολογική και ποινολογική ανάγνωση

Το ποινικοδικονομικό ενδιαφέρον των ερευνών <br/>της Επιτροπής Ανταγωνισμού
Νοέμβριος 2022

Το ποινικοδικονομικό ενδιαφέρον των ερευνών
της Επιτροπής Ανταγωνισμού

Η διεύρυνση των δικαιωμάτων των ανηλίκων <br/>υπόπτων ή κατηγορουμένων στο πλαίσιο <br/>ποινικών διαδικασιών, μετά τον Ν 4689/2020
Νοέμβριος 2021

Η διεύρυνση των δικαιωμάτων των ανηλίκων
υπόπτων ή κατηγορουμένων στο πλαίσιο
ποινικών διαδικασιών, μετά τον Ν 4689/2020

Η δικαστική συνεργασία Ευρωπαϊκής Ένωσης <br/>και Ηνωμένου Βασιλείου σε ποινικές <br/>υποθέσεις μετά το Brexit*
Μάιος 2021

Η δικαστική συνεργασία Ευρωπαϊκής Ένωσης
και Ηνωμένου Βασιλείου σε ποινικές
υποθέσεις μετά το Brexit*

Εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας <br/>και εγκλήματα οικονομικής εκμετάλλευσης <br/>της γενετήσιας ζωής  (άρ. 336-353) – <br/>Ισχύον καθεστώς και επικείμενες αλλαγές
Μάιος 2021

Εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας
και εγκλήματα οικονομικής εκμετάλλευσης
της γενετήσιας ζωής (άρ. 336-353) –
Ισχύον καθεστώς και επικείμενες αλλαγές

Οι πρόσφατες τροποποιήσεις στα άρθρα <br/>33 επ. ΚΠΔ σχετικά με τους εισαγγελείς <br/>ειδικών καθηκόντων
Νοέμβριος 2020

Οι πρόσφατες τροποποιήσεις στα άρθρα
33 επ. ΚΠΔ σχετικά με τους εισαγγελείς
ειδικών καθηκόντων

Το πεδίο εφαρμογής της παρακώλυσης συναγωνισμού <br>κατ’άρθρο 395 παρ.1 ΠΚ
Νοέμβριος 2020

Το πεδίο εφαρμογής της παρακώλυσης συναγωνισμού
κατ’άρθρο 395 παρ.1 ΠΚ

Η Οδηγία (ΕΕ) 2017/1371 σχετικά με <br/>την καταπολέμηση της απάτης εις βάρος <br/>των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης <br/>και η ενσωμάτωσή της στο εθνικό δίκαιο
Μάιος 2020

Η Οδηγία (ΕΕ) 2017/1371 σχετικά με
την καταπολέμηση της απάτης εις βάρος
των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης
και η ενσωμάτωσή της στο εθνικό δίκαιο

Οι πρόσφατες νομοθετικές τροποποιήσεις <br/>για το έγκλημα της απιστίας <br/>κατά των τραπεζικών ιδρυμάτων
Μάιος 2020

Οι πρόσφατες νομοθετικές τροποποιήσεις
για το έγκλημα της απιστίας
κατά των τραπεζικών ιδρυμάτων

Η ποινική αξιολόγηση της συμμετοχής <br/>σε αυτοσχέδιους αγώνες ταχύτητας
Νοέμβριος 2019

Η ποινική αξιολόγηση της συμμετοχής
σε αυτοσχέδιους αγώνες ταχύτητας

Προβλήματα εφαρμογής σχετικά με το έγκλημα <br/>της μη καταβολής δεδουλευμένων - <br/>Παρατηρήσεις στην Α.Π. 774/2019
Νοέμβριος 2019

Προβλήματα εφαρμογής σχετικά με το έγκλημα
της μη καταβολής δεδουλευμένων -
Παρατηρήσεις στην Α.Π. 774/2019

Νewsletter

  • Interview of Prof. Shadd Maruna
    by Prof. Leonidas Cheliotis
    and Assoc. Prof. George Giannoulis
  • Shadd Maruna is Head of the Department of Sociology, Social Policy and Criminology in the […]

  • Νοέμβριος 2025 | Συνέντευξη
  • The Massacre of the Innocents
  • by Stefanos Daskalakis
  • 1. Nicolas Poussin, The Massacre of the Innocents, Musée Condé, Château de Chantilly.   Nicolas […]

  • Νοέμβριος 2025 | Art & Crime
  • Η ειδική ποινική δικαιοδοσία
    του άρθρου 86 του Συντάγματος
    ως λειτουργικό δικονομικό «προνόμιο»
    κατά το άρθρο 29
    του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939
    και ως όριο της δικαιοδοσίας
    της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας
  • του Ιωάννη Κ. Μοροζίνη
  • Ι. Εισαγωγή: Η από 16.06.2025 απόφαση του Μόνιμου Τμήματος[1] Λόγω της επικαιρότητας αναπτύχθηκε μια πλούσια […]

  • Νοέμβριος 2025 | Μελέτες
  • Μεγάλα γλωσσικά μοντέλα
    και δικανική γλωσσολογία:
    Ευκαιρίες και απειλές στην εποχή
    της παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης
  • του Γιώργου Μικρού
  • 1. Εισαγωγή Η δικανική γλωσσολογία (forensic linguistics), οριζόμενη ευρέως ως η εφαρμογή της γλωσσικής γνώσης […]

  • Νοέμβριος 2025 | Μελέτες
  • Τα κρυπτοστοιχεία ως χρηματοπιστωτικά μέσα
    και τα ανταλλακτήρια ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων ως οργανωμένες αγορές
    Σκέψεις με αφορμή τις υποθέσεις
    SEC v. Binance Holdings Ltd. (2023-2025),
    SEC v. Coinbase Inc. (2023-2025)
    και United States v. Chastain (2025)
  • του Βασίλειου Πετρόπουλου
  • Dmytro Yeromenko   Α. Εισαγωγικά – Έννοια και πρακτική αξία των κρυπτονομισμάτων και των κρυπτοπαραστατικών […]

  • Νοέμβριος 2025 | Σχολιασμένη Νομολογία
  • Η σημασία των άτυπων ιεραρχιών κρατουμένων
    για την εμπειρία του εγκλεισμού:
    Σύγκριση δύο ερευνών σε ελληνικές φυλακές
    με βάση την πρόσφατη νομολογία του ΕΔΔΑ
    και τα νέα πρότυπα της CPT*
  • των Ουίλιαμ Αλοσκόφη και Κωνσταντίνου Πανάγου
  • Περίληψη Η παρούσα μελέτη πραγματεύεται τη σημασία των άτυπων ιεραρχιών κρατουμένων για την εμπειρία του […]

  • Νοέμβριος 2025 | Μελέτες
  • Η Ομάδα Δίκαιο και Τέχνη
  • της Βίβιαν Στεργίου
  • Ι. Μέλλοντα «Τα πανεπιστήμια διδάσκουν αυτό που οι φοιτητές δεν θα μάθουν αλλού και σε […]

© The Art of Crime 2006-2024. All rights reserved.
Produced by The Art of Crime