• ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2025
  • ΣΤΗΛΕΣ
    • Editorial
    • Συνέντευξη
    • Μελέτες
    • Art & Crime
    • Notitiae Criminalis
    • Έγκλημα & Επιστήμες
    • Εκ των έσω
    • Σχολιασμένη Νομοθεσία
    • Νομολογία ΕΔΔΑ και ΔΕΕ
    • Σχολιασμένη Νομολογία
    • Με άποψη
    • Πορτραίτα
    • Βιβλιοπαρουσίαση
  • ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ
  • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ
  • ΤΕΥΧΗ
    • ΝΕΑΣ ΕΚΔΟΣΗΣ
    • ΠΑΛΑΙΑΣ ΕΚΔΟΣΗΣ
The Art of Crime
The Art of Crime
  • ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2025
  • ΣΤΗΛΕΣ
    • Editorial
    • Συνέντευξη
    • Μελέτες
    • Art & Crime
    • Notitiae Criminalis
    • Έγκλημα & Επιστήμες
    • Εκ των έσω
    • Σχολιασμένη Νομοθεσία
    • Νομολογία ΕΔΔΑ και ΔΕΕ
    • Σχολιασμένη Νομολογία
    • Με άποψη
    • Πορτραίτα
    • Βιβλιοπαρουσίαση
  • ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ
  • ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ
  • ΤΕΥΧΗ
    • ΝΕΑΣ ΕΚΔΟΣΗΣ
    • ΠΑΛΑΙΑΣ ΕΚΔΟΣΗΣ
  • The Art of Crime Mag

Μελέτες

Ποινική ευθύνη των παρόχων
υπηρεσιών διαδικτύου

Νικόλαος Μπιτζιλέκης
Ομ. Καθηγητής Ποινικού Δικαίου, Νομική Σχολή ΑΠΘ

Νοέμβριος 2025

Print Friendly, PDF & EmailΕκτύπωση

I.

Οι ψηφιακές υπηρεσίες επηρεάζουν σήμερα τη ζωή μας με ποικίλους τρόπους. Προσφέρουν νέα και καινοτόμα επιχειρηματικά μοντέλα και υπηρεσίες, όπως τα κοινωνικά δίκτυα και τις διαδικτυακές πλατφόρμες, διευκολύνοντας έτσι το διασυνοριακό εμπόριο και την πρόσβαση σε νέες αγορές.[1] Οι μεγάλες πλατφόρμες διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο όχι μόνο στην ψηφιακή οικονομία, επηρεάζοντας τη σχέση μεταξύ επιχειρήσεων και καταναλωτών, αλλά και στην πολιτική, στον βαθμό που έχουν τη δύναμη να διαμορφώνουν την κοινή γνώμη. Προκειμένου το διαδικτυακό περιβάλλον να είναι ασφαλές, προβλέψιμο και αξιόπιστο αλλά και οι πολίτες να μπορούν να ασκούν τα θεμελιώδη δικαιώματα που τους εγγυώνται το Σύνταγμα και ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης και της πληροφόρησης, το δικαίωμα στην επιχειρηματική ελευθερία, το δικαίωμα στη μη διάκριση και στην κατοχύρωση ενός υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών, είναι απολύτως απαραίτητη η υπεύθυνη και προσεκτική συμπεριφορά των παρόχων υπηρεσιών διαδικτύου.[2] H στάθμιση της ελευθερίας της έκφρασης και της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών, αλλά και της προστασίας της δημόσιας ζωής από ψευδείς ειδήσεις, οι οποίες διαδίδονται με σκοπό να παραπλανήσουν τους πολίτες και να επηρεάσουν σημαντικά τη διαμόρφωση της γνώμης τους, καθορίζει τα όρια της νομικής υποχρέωσης και, κατά συνέπεια, τα όρια της ποινικής ευθύνης όσων διαχειρίζονται το διαδίκτυο. Για τον σκοπό αυτό, η Ευρωπαϊκή Ένωση επεδίωξε να κατοχυρώσει την ασφάλεια των χρηστών στο διαδίκτυο με τον νέο Κανονισμό 2022/2065 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, ο οποίος αντικατέστησε την οδηγία 2000/31/ΕΚ. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα είδος διακυβέρνησης που δίνει προτεραιότητα στην προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και διασφαλίζει ένα δίκαιο και ανοιχτό περιβάλλον για τις διαδικτυακές πλατφόρμες.

II.

Ένα τόσο πολύπλευρο και ευρύ διαδικτυακό περιβάλλον αποτελεί φυσικά σοβαρή πρόκληση για την τέλεση εγκληματικών πράξεων από άτομα που χρησιμοποιούν τις διαδικτυακές πλατφόρμες. Η διαθέσιμη διαδικτυακή πλατφόρμα επιτρέπει τη διάπραξη μιας σειράς από αξιόποινες πράξεις, οι οποίες δεν περιορίζονται μόνο στη διακίνηση (αγορά, πώληση, διάθεση) παράνομων εμπορευμάτων, όπως λ.χ. ναρκωτικά, όπλα ή υλικό παιδικής πορνογραφίας. Μέσω του διαδικτύου λαμβάνουν χώρα και διάφορες άλλες κλασικές αξιόποινες πράξεις από άτομα που κάνουν χρήση των διαδικτυακών πλατφορμών, όπως είναι οι δυσφημιστικού ή παραπλανητικού χαρακτήρα δημοσιεύσεις, η ρητορική μίσους, η εκδικητική πορνογραφία αλλά και η παρενόχληση παιδιών μέσω του διαδικτύου, δηλαδή η αναζήτηση παιδιών και εφήβων με συναισθηματικές ανάγκες με σκοπό τη σεξουαλική τους παρενόχληση. Σύνηθες φαινόμενο αποτελεί επίσης η πώληση μέσω του διαδικτύου ελαττωματικών προϊόντων και η παροχή διαφόρων ειδών υπηρεσιών κατά παράβαση του δικαίου προστασίας των καταναλωτών, καθώς επίσης και η προσβολή προϊόντων πνευματικής ιδιοκτησίας.

Οποιαδήποτε όμως ποινική ευθύνη στο πλαίσιο των διαδικτυακών υπηρεσιών δεν αφορά μόνο τους χρήστες της ψηφιακής υπηρεσίας, αλλά και τους παρόχους, φυσικά ή κυρίως νομικά πρόσωπα, τα οποία προσφέρουν στο κοινό τη χρήση και την πρόσβαση στις ψηφιακές πλατφόρμες. Μιλώντας πάντως για παροχή διαδικτυακών υπηρεσιών, θα μπορούσαμε να διακρίνουμε διαφόρους τύπους: πάροχος θεωρείται κατ’ αρχάς αυτός που δημιουργεί, κατέχει ή διανέμει το ψηφιακό περιεχόμενο στο διαδίκτυο (από ένα ειδησεογραφικό site μέχρι έναν προσωπικό blogger). Είναι ο λεγόμενος πάροχος πληροφορίας. Πέραν όμως αυτού, πάροχος είναι και εκείνος που απλώς διαθέτει σε άλλους χώρο αποθήκευσης σε διακομιστή (server), ο λεγόμενος πάροχος φιλοξενίας ιστού (host-provider), και, τέλος, εκείνος που παρέχει απλώς σε χρήστες απεριόριστη πρόσβαση στο δίκτυο και τον οποίο θα έβλεπε κανείς ως την «πόρτα» στο διαδίκτυο, δηλαδή ο λεγόμενος πάροχος πρόσβασης (access-provider).[3] Μεταξύ όλων αυτών των περιπτώσεων, στην ουσία το παράνομο ψηφιακό περιεχόμενο το δημιουργεί, το κατέχει ή το διανέμει ο πάροχος περιεχομένου. Συνεπώς, το ζήτημα της ποινικής ευθύνης του, ανεξάρτητα από το αν αναρτά τις δικές του πληροφορίες ή αν υιοθετεί το περιεχόμενο πληροφοριών τρίτων προσώπων, δεν παρουσιάζει κάποια δογματική ιδιαιτερότητα, σε αντίθεση με την ποινική ευθύνη των παρόχων φιλοξενίας και πρόσβασης. Προσπαθώντας να εντοπίσει κανείς την όποια ποινική ευθύνη των τελευταίων βρίσκεται αντιμέτωπος με μια σειρά από σημαντικά ερωτήματα.

ΙΙΙ.

Το πρώτο ερώτημα έχει να κάνει με το αν η ποινική ευθύνη όσων παρέχουν διαδικτυακό χώρο στον οποίο τρίτοι αναρτούν ή αποθηκεύουν πληροφορίες βασίζεται σε μια θετική πράξη ή παράλειψη. Στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται βεβαίως για τη δημιουργία ή για τη λειτουργία ενός διαδικτυακού ιστότοπου, η οποία γίνεται με σκοπό τη διάπραξη παράνομων πράξεων, όπως θα ήταν, για παράδειγμα, η διακίνηση ναρκωτικών ή η ανάρτηση υλικού παιδικής πορνογραφίας. Μια τέτοια ενέργεια, η οποία γίνεται με σκοπό να επιτευχθεί ή να διευκολυνθεί μια εγκληματική πράξη μέσω διαδικτύου, δεν μπορεί παρά να συνιστά θετική ενέργεια. Αντιθέτως, τόσο οι πάροχοι υπηρεσιών φιλοξενίας όσο και οι πάροχοι πρόσβασης στο διαδίκτυο δεν οικειοποιούνται το περιεχόμενο των πληροφοριών που αναρτώνται στις ηλεκτρονικές πλατφόρμες. Οι πάροχοι αυτοί δεν έχουν τη δυνατότητα ούτε την εξουσιοδότηση να παρεμβαίνουν και να αλλάζουν τις πληροφορίες που αναρτώνται από άλλους στο διαδίκτυο. Η όποια ποινική τους ευθύνη αναφορικά με την ανάρτηση μιας πληροφορίας μόνο έμμεσο χαρακτήρα μπορεί να έχει.[4] Από αυτούς αναμένεται δηλαδή η διαγραφή ή η δέσμευση του ποινικά αξιόποινου περιεχομένου των ψηφιακών πληροφοριών που αναρτούν στο διαδίκτυο οι χρήστες των διαδικτυακών πλατφορμών. Μια τέτοια όμως συμπεριφορά συνιστά στην ουσία καθαρή αδράνεια και άρα παράλειψη.[5] Ο πάροχος του διαδικτύου παραλείπει δηλαδή να λάβει τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου να εντοπιστεί και να αφαιρεθεί το παράνομο περιεχόμενο της πληροφορίας, ή παραλείπει να αποκλείσει σε άλλους την πρόσβαση στο περιεχόμενο μιας τέτοιας πληροφορίας.

Η ποινική ευθύνη όσον αφορά τη μη αποτροπή μιας αξιόποινης πράξης τελούμενης μέσω διαδικτύου θέτει όλα τα κρίσιμα ερωτήματα της προβληματικής των αδικημάτων μη γνήσιας παράλειψης: πρώτα απ’ όλα, το θέμα της προσφορότητας και της τεχνικής δυνατότητας τέλεσης της απαιτούμενης ενέργειας, δηλαδή της διαγραφής ή του αποκλεισμού συγκεκριμένων ιστοσελίδων. Μολονότι στην περίπτωση των παρόχων πρόσβασης οι αξιόποινες πληροφορίες δεν αποθηκεύονται στους διακομιστές τους, δεν σημαίνει ότι αυτό καθιστά τεχνικά αδύνατη τη διαγραφή ιστοσελίδων από τον ίδιο τον πάροχο. Πέραν όμως της τεχνικής δυνατότητας απαιτείται και ο εντοπισμός της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράλειψης και της παράνομης πράξης των χρηστών, μιας αιτιώδους σύνδεσης με την έννοια της λεγόμενης αρνητικής ή υποθετικής αιτιότητας (η δραστηριοποίηση του παρόχου να μπορεί να αποκλείσει με μεγάλη πιθανότητα, εγγίζουσα τα όρια της βεβαιότητας, την πρόσβαση τρίτων στην παράνομη πληροφορία). Τέλος, απαιτείται να ερευνηθεί και το κρίσιμο ζήτημα της ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης του παραλείποντος.

Πριν όμως συζητήσει κανείς το τελευταίο και σημαντικό αυτό ζήτημα των εγκλημάτων μη γνήσιας παράλειψης, οφείλει να διευκρινίσει, εκτός από τις περιπτώσεις που η ίδια η παράλειψη τυποποιείται στον νόμο αυτοτελώς ως αξιόποινη συμπεριφορά, εάν η παράλειψη του διαχειριστή του δικτυακού τόπου λαμβάνει τη μορφή φυσικής αυτουργίας ή συμμετοχής. Κριτήριο γι’ αυτό θα αποτελούσε το στοιχείο της λεγόμενης κυριαρχίας επί της πράξης, αν δεχθεί κανείς ότι αυτό χαρακτηρίζει όχι μόνο τη θετική ενέργεια αλλά και την παράλειψη. Ωστόσο, το γεγονός απλώς ότι η τέλεση μιας αξιόποινης πράξη εκ μέρους του χρήστη του διαδικτύου κατέστη δυνατή εξαιτίας του ότι ο πάροχος έθεσε τον διαδικτυακό τόπο στη διάθεση του χρήστη δεν αποτελεί καθοριστικό στοιχείο που θα αποκάλυπτε μια μορφή κυριαρχίας του παραλείποντος παρόχου σε σχέση με την ανάρτηση της πληροφορίας, με αποτέλεσμα να θεωρηθεί ο τελευταίος φυσικός αυτουργός του όποιου εγκλήματος πραγματώνει η διαδικτυακή ανάρτηση. Μια τέτοια εξάρτηση εξάλλου υποδηλώνει απλώς το στοιχείο της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμμετοχικής πράξης και του αποτελέσματος της κύριας πράξης και δεν κρίνει ζητήματα κυριαρχίας επί της πράξης. Η απλή λειτουργία ενός διαδικτυακού τόπου δεν σημαίνει κυριαρχία αναφορικά με την αξιόποινη προσβολή στην οποία προβαίνει ο κάθε χρήστης του διαδικτύου. Επιπλέον, μεταξύ του χρήστη και του παρόχου, ο τελευταίος είναι μια μάλλον περιθωριακή μορφή σε σχέση με την αξιόποινη ανάρτηση της πληροφορίας στη διαδικτυακή πλατφόρμα, μολονότι κατά κανόνα είναι ένα οικονομικά ισχυρό φυσικό ή κυρίως νομικό πρόσωπο, σε βάρος του οποίου θα ήταν δικαιοπολιτικά δικαιολογημένη ή και επιβεβλημένη μια εντονότερη απάντηση της πολιτείας. Η παράλειψή του ωστόσο συνίσταται στο να μην εμποδίσει τον χρήστη να αναρτήσει την παράνομη πληροφορία και μόνο έμμεσα να αποτρέψει το όποιο εγκληματικό αποτέλεσμα ενέχει η πράξη του τελευταίου. Ως εκ τούτου, η συμβολή του στη διάπραξη του διαδικτυακού αδικήματος έχει βοηθητικό χαρακτήρα, αποτελεί δηλαδή μορφή συνέργειας (έστω και άμεσης).[6] Αυτό μπορεί να ειπωθεί όχι μόνο αναφορικά με τα λεγόμενα εγκλήματα έκφρασης, όπως είναι λ.χ. οι πράξεις προσβολής της τιμής (361 επ. ΠΚ) ή το αδίκημα της διέγερσης σε ανυπακοή (183 ΠΚ), όπου το πρόσωπο που εκφράζεται ασκεί τον πρωταγωνιστικό ρόλο, αλλά και με τα λεγόμενα εγκλήματα διάθεσης, όπως συμβαίνει με τη διάθεση απαγορευμένων πραγμάτων (ναρκωτικών, όπλων, πορνογραφικού υλικού) μέσω του διαδικτύου, τα οποία ενέχουν αποτέλεσμα υπό την τεχνική του όρου έννοια.[7]

Ωστόσο, προκειμένου να γίνει λόγος για πράξη συμμετοχής των παρόχων, συνιστάμενη στο ότι αυτοί παρέλειψαν να διαγράψουν τις παράνομες πληροφορίες που ανάρτησαν οι χρήστες του διαδικτύου ή παρέλειψαν να αποκλείσουν την πρόσβαση τρίτων σε αυτές, απαιτείται να μην έχει ακόμη ολοκληρωθεί η κύρια πράξη ανάρτησης στην πλατφόρμα των παράνομων πληροφοριών εκ μέρους των χρηστών της. Και τούτο διότι σύμφωνα με τους περί συμμετοχής κανόνες δεν νοείται αξιόποινη συμμετοχή στο έγκλημα, όταν αυτή λαμβάνει χώρα μετά την τυπική ολοκλήρωση της πράξης του φυσικού αυτουργού. Ως εκ τούτου, το κρίσιμο εν προκειμένω στοιχείο είναι να διευκρινιστεί εάν η ανάρτηση μιας αξιόποινης πληροφορίας στο διαδίκτυο αποτελεί μεμονωμένη πράξη, η οποία θεωρείται ότι έχει ολοκληρωθεί με μόνη την πράξη ανάρτησης της επίμαχης πληροφορίας, ένα στιγμιαίο δηλαδή αδίκημα, ή εάν αντιθέτως έχει τον χαρακτήρα ενός διαρκούς εγκλήματος, οπότε στην τελευταία περίπτωση, εφόσον η προσβολή διαρκεί για όσο χρονικό διάστημα η πληροφορία παραμένει αναρτημένη στο διαδίκτυο, μπορεί η παράλειψη να τη σβήσει κανείς να αποκτά συμμετοχικό χαρακτήρα. Κρίσιμο στοιχείο για μια απάντηση σε αυτό το ζητούμενο αποτελεί η αναζήτηση του χαρακτήρα της συμπεριφοράς του χρήστη της πλατφόρμας. Η απαξία της εντοπίζεται στην ύπαρξη του παράνομου περιεχομένου της πληροφορίας στο διαδίκτυο, άρα, πέρα από την απλή δημιουργία, και στη διατήρηση της παράνομης αυτής κατάστασης. Το έγκλημα συνεπώς δεν περιορίζεται μόνο στη στιγμιαία ανάρτηση, αλλά επεκτείνεται και στη διατήρηση του περιεχομένου της ανάρτησης στο διαδίκτυο. Πρόκειται στην ουσία για πράξη με διαρκή χαρακτήρα, όπως λ.χ. θα ήταν και μια πράξη διαφήμισης που γίνεται μέσω του διαδικτύου. Αυτή τελείται όσο χρονικό διάστημα η αναρτημένη στο διαδίκτυο πληροφορία επιτελεί τη διαφημιστική της λειτουργία. Ως εκ τούτου, συμμετοχή με παράλειψη θα ήταν νοητή για όλο το χρονικό διάστημα που διατηρείται στην ηλεκτρονική πλατφόρμα η παράνομη ανάρτηση.

IV.

Το τελευταίο και πιο σημαντικό ερώτημα θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης από παράλειψη έχει να κάνει με την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του παραλείποντος παρόχου της πλατφόρμας. Όταν αναφέρεται κανείς σε ποινική ευθύνη των παρόχων φιλοξενίας και των παρόχων πρόσβασης να παραλείψουν να διαγράψουν ή να εμποδίσουν την πρόσβαση στο παράνομο περιεχόμενο των ιστοσελίδων, σκέφτεται πρωτίστως από πού πηγάζει μια τέτοια υποχρέωση των παρόχων. Μόνο τότε η παράλειψη μιας πράξης θα είχε ποινική σημασία, όταν ο πάροχος θα ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει με βάση κάποια υποχρέωση που η έννομη τάξη τού επιβάλλει. Το γεγονός και μόνο ότι ένα πρόσωπο διαχειρίζεται μια πλατφόρμα δεν αρκεί για να θεωρηθεί υπεύθυνο για τα μεταδιδόμενα ή αποθηκευμένα σε αυτή δεδομένα. Δεν θα μπορούσε εξάλλου μια τέτοια διαχείριση να θεωρηθεί πηγή κινδύνου, ώστε να θεμελιώνει υποχρέωση σε όποιον την ελέγχει ή τη διαχειρίζεται να αποτρέπει ως εγγυητής επόπτης τον οποιονδήποτε κίνδυνο θα προέκυπτε από αυτή σε βάρος τρίτων. Και τούτο διότι οι διαδικτυακές πλατφόρμες υπάρχουν προκειμένου να εξυπηρετούν την κοινωνία της πληροφορίας και την ελεύθερη μεταφορά δεδομένων επί τη βάσει του σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων των χρηστών, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος στην ελευθερία της έκφρασης, της επιχειρηματικής ελευθερίας και του δικαιώματος στην ενημέρωση. Ως εκ τούτου, θα ήταν ασυμβίβαστη με την ως άνω λειτουργία του διαδικτύου η υποχρέωση του παρόχου να εμποδίζει ή να περιορίζει ως εγγυητής επόπτης τη μεταφορά δεδομένων και ψηφιακών πληροφοριών λαμβάνοντας μέτρα περιορισμού της λειτουργίας του διαδικτύου.[8] Επίσης, ούτε το γεγονός και μόνο ότι ο πάροχος φιλοξενίας βρίσκεται λειτουργικά πιο κοντά στους κινδύνους που ενέχει η χρήση της πλατφόρμας θα ήταν από μόνο του ικανό να δικαιολογήσει τη θέση του προσώπου αυτού ως εγγυητή επόπτη απέναντι σε ενδεχόμενες προσβολές σε βάρος τρίτων προερχόμενες από τη δράση των χρηστών της πλατφόρμας. Η διαδικτυακή μετάδοση δραστηριοτήτων, όπως η απλή διαβίβαση/προβολή δεδομένων χωρίς δυνατότητα αποθήκευσης έχει χαρακτήρα κοινωνικά πρόσφορης ενέργειας. Ως εκ τούτου, δεν θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει επικίνδυνη προηγούμενη συμπεριφορά, ικανή να λειτουργήσει ως πηγή θεμελίωσης ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης βάσει του ορισμού του άρ. 15 ΠΚ.[9] Ακόμη δηλαδή και αν μιλούσε κανείς για παράνομη πηγή κινδύνου, θα έπρεπε και πάλι να αναζητήσει συγκεκριμένο κανονιστικό πλαίσιο βάσει του οποίου θα ήταν σε θέση να διακρίνει τους επιτρεπόμενους από τους απαγορευμένους κινδύνους, ώστε να θεμελιωθεί στη δεύτερη μόνο περίπτωση η ιδιαίτερη υποχρέωση του παραλείποντος.

Θα πρέπει εξάλλου να σημειωθεί ότι σύμφωνα και με τον νέο Κανονισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γνωστό ως Digital Services Act (2022/2065), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ με τον ν. 5099/2024, οι πάροχοι υπηρεσιών διαμεσολάβησης δεν υπέχουν γενική υποχρέωση εποπτείας. Το άρθρο 8 του εν λόγω Κανονισμού αναφέρει ρητώς ότι σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να θεωρείται ότι υφίσταται γενική υποχρέωση εποπτείας, γενική υποχρέωση ενεργητικής έρευνας ή γενική υποχρέωση των παρόχων να λαμβάνουν προληπτικά μέτρα σε σχέση με το παράνομο περιεχόμενο των αναρτήσεων στην πλατφόρμα που διαχειρίζονται.

Τα πράγματα όμως είναι διαφορετικά όταν πλέον παύσει να συντρέχει απλή διακίνηση της πληροφορίας, δηλαδή απλή τεχνική και αυτοματοποιημένη επεξεργασία των πληροφοριών που παρέχονται από τον χρήστη, και ο πάροχος αποκτήσει ενεργό ρόλο στη διακίνηση της πληροφορίας μέσω της διαδικτυακής πλατφόρμας. Αυτό συμβαίνει στις εξής περιπτώσεις:

Πρώτον, όταν ο πάροχος φιλοξενίας αποκτήσει γνώση της κατάχρησης της διαδικτυακής πλατφόρμας που διαχειρίζεται και ωστόσο συνεχίσει να λειτουργεί την πλατφόρμα. Μια τέτοια γνώση του διαχειριστή της διαδικτυακής πλατφόρμας σχετικά με την παράνομη δραστηριότητα του χρήστη αλλάζει τον κοινωνικά αποδεκτό, τον ουδέτερο χαρακτήρα μιας πηγής διαδικτυακής δραστηριότητας. Είτε πρόκειται για πραγματική γνώση είτε για υποχρέωση γνώσης, το στοιχείο αυτό θεμελιώνει την παράβαση των κανόνων λειτουργίας της διαδικτυακής πλατφόρμας, θέτοντας εκτός όρων κοινωνικής προσφορότητας την επικινδυνότητα της διαχείρισής της. Ο πάροχος μπορεί πάντως να αποκτήσει πραγματική γνώση του παράνομου χαρακτήρα του ψηφιακού περιεχομένου, μεταξύ άλλων, μέσω ερευνών που διενεργεί με δική του πρωτοβουλία ή μέσω αναφορών τις οποίες λαμβάνει από πρόσωπα ή φορείς, υπό την προϋπόθεση ότι οι αναφορές αυτές είναι ακριβείς και επαρκώς αιτιολογημένες, ώστε ένας προσεκτικός διαχειριστής διαδικτυακής πλατφόρμας να είναι σε θέση να αναγνωρίσει και να αξιολογήσει κατάλληλα το φερόμενο ως παράνομο περιεχόμενο των αναρτήσεων και έτσι να μπορεί να λάβει μέτρα εναντίον τους.

Δεύτερον, υπέρβαση του ρόλου της παροχής υπηρεσιών στην κοινωνία της πληροφορίας υφίσταται και σε περίπτωση που ο πάροχος έχει υπό τον έλεγχο του τις μεταδιδόμενες πληροφορίες, είτε διότι επιλέγει τον παραλήπτη της πληροφορίας είτε διότι επιλέγει το περιεχόμενο της μεταδιδόμενης πληροφορίας. Πρόκειται για έλεγχο που υπερβαίνει την απλή διαβίβαση (απλή διακίνηση) των πληροφοριών στο δίκτυο επικοινωνιών ή την απλή αυτόματη, προσωρινή αποθήκευση, με την οποία εξυπηρετείται η διαβίβαση των πληροφοριών σε άλλους χρήστες.

Τρίτον, υπέρβαση των απλών υπηρεσιών διαμεσολάβησης αποτελεί και εκείνη η περίπτωση στην οποία παρέχεται προς τα έξω η δικαιολογημένη εντύπωση ότι οι πληροφορίες προέρχονται από την ίδια την ηλεκτρονική πλατφόρμα που ελέγχει ο πάροχος ή προέρχονται από χρήστη που τελεί υπό την εποπτεία της. Μια τέτοια αντικειμενική εντύπωση, η οποία μπορεί να δημιουργηθεί ιδίως όταν είναι δυσδιάκριτος ο ρόλος του παρόχου ή ο τρόπος λειτουργίας της πλατφόρμας, θα μπορούσε να καταστήσει τον πάροχο υπεύθυνο για τη μη δέσμευση των πληροφοριών που διαβιβάζονται μέσω της πλατφόρμας του.

Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι η διαφορετική υποχρέωση επιμέλειας που προκύπτει από τη θέση και από τις δυνατότητες του παρόχου φιλοξενίας σε σχέση με εκείνες του παρόχου πρόσβασης διαφοροποιεί ως ένα βαθμό και την ποινική ευθύνη τους. Ο πάροχος φιλοξενίας θα μπορούσε να πει κανείς ότι έχει μεγαλύτερη υποχρέωση σε σύγκριση με τον πάροχο πρόσβασης, επειδή τα δεδομένα που αποθηκεύονται στον διακομιστή του διαδικτυακού ιστού επιτρέπουν καλύτερο έλεγχο εξαιτίας του μικρότερου όγκου τους σε σχέση με τα δεδομένα που μεταδίδονται από τον πάροχο πρόσβασης. Με άλλα λόγια, ο πάροχος φιλοξενίας είναι πιο κοντά στις διακινούμενες ψηφιακές πληροφορίες από τον απλό πάροχο πρόσβασης. Στον βαθμό όμως που οι πληροφορίες παρέχονται ή διακινούνται περαιτέρω από τον ίδιο τον πάροχο της υπηρεσίας διαμεσολάβησης, λόγος για παράλειψη δεν γίνεται πλέον, καθώς πρόκειται για θετική πράξη του παρόχου. Πέραν όλων αυτών θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν προβλέπεται κάποιο ειδικό αδίκημα που να τυποποιεί την αμελή παράλειψη, μολονότι είναι γνωστές ανάλογες περιπτώσεις αμελούς παράλειψης παρεμπόδισης αξιόποινων πράξεων τρίτων. Στα αδικήματα διαφθοράς, επί παραδείγματι, τυποποιείται ως αδίκημα η αμελής μη αποτροπή εκ μέρους του προϊσταμένου πράξεων δωροληψίας του υφισταμένου του (235 παρ. 4 ΠΚ) ή εκ μέρους του διευθυντή της επιχείρησης πράξεων δωροδοκίας που γίνονται εκ μέρους του εργαζομένου σε αυτή προς όφελος της επιχείρησης (236 παρ. 3 ΠΚ). Ωστόσο, κάτι τέτοιο είναι θέμα δικαιοπολιτικής επιλογής.

V.

Συνοψίζοντας, μένει κανείς να θέσει το ακόλουθο γενικότερο ερώτημα: μπορεί άραγε η παραδοσιακή ποινική θεωρία να ανταποκριθεί στις νέες απαιτήσεις όσον αφορά την ευθύνη των παρόχων ή χρειαζόμαστε νέες ποινικές διατάξεις; Η κλασική ποινική δογματική έχει την πλαστικότητα, σε θέματα μη γνήσιας παράλειψης, να δώσει ικανοποιητικές απαντήσεις. Το σημαντικότερο ωστόσο πρόβλημα παραμένει η διευκρίνηση των υποχρεώσεων του παρόχου ως εγγυητή επόπτη. Σε αυτό, σημαντική συμβολή έχει ο νέος Ευρωπαϊκός Κανονισμός, στον βαθμό που ορίζει δεσμευτικές και ενιαίες υποχρεώσεις για τον πάροχο της δικτυακής πλατφόρμας. Συμβάλλει έτσι σημαντικά στην αποσαφήνιση του πότε ο διαχειριστής μιας διαδικτυακής πλατφόρμας αποκτά τον ρόλο του απλού διεκπεραιωτή και πότε τη θέση του εγγυητή επόπτη, έχοντας στην τελευταία περίπτωση την ιδιαίτερη υποχρέωση να αποκλείσει μια παράνομη ανάρτηση στο διαδίκτυο ή να αποκλείσει την πρόσβαση τρίτων σε αυτή. Με τον εν λόγω Κανονισμό, η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του παραλείποντος μπορεί να βρει σαφέστερη πηγή θεμελίωσής της στον νόμο παρά στην προηγούμενη επικίνδυνη πράξη και στο δύσκολα προσδιοριζόμενο κριτήριο της κυριαρχίας σε εστία κινδύνου.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1]  https://eur-lex.europa.eu/legal-cntent/DE/TXT/HTML/?uri=CELEX:32022R2065, πρόταση 1.

[2] https://eur-lex.europa.eu/legal-content/DE/TXT/HTML/?uri=CELEX:32022R2065, πρόταση 3.

[3] Βλ. Μεταξάκης, Κυβερνοέγκλημα, 2022, σ. 437 επ.

[4] Βλ. Götze, Aktuelle Fragen der strafrechtlichen Providerhaftung, 2015, σ. 61 επ.

[5] Βλ. Zieschang, Zur Strafrechtlichen Verantwortlichkeit eines Host-Providers für rechtswidrige Inhalte, GA 2020, 59, 60.

[6] Ομοίως Zieschang, ό.π., 63.

[7] Διαφορετικά διακρίνει ο Zieschang, ό.π., 62, 64 ανάλογα με το συγκεκριμένο αδίκημα. Εάν πρόκειται για αδίκημα έκφρασης, ο πάροχος φιλοξενίας καθίσταται συνεργός δια παραλείψεως· εάν αντιθέτως πρόκειται για αδίκημα διάθεσης πραγμάτων, ο πάροχος φιλοξενίας είναι φυσικός αυτουργός εγκλήματος παράλειψης.

[8] Μοροζίνης, Ποινική ευθύνη ενδιάμεσων παρόχων, ιδίως μέσων κοινωνικής δικτύωσης, για fake news και προσβολές της τιμής στο διαδίκτυο (υπό το νέο Ποινικό Κώδικα), σε: Θ. Δαλακούρα (επιμ.), Ηλεκτρονικό Έγκλημα. Ουσιαστικές και δικονομικές όψεις, 3η έκδ. 2022, σ. 125.

[9] Ωστόσο, σύμφωνα με τον Μοροζίνης, ό.π., σ. 126, η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση απορρέει από την ίδια τη λειτουργία της πλατφόρμας παρά τον κοινωνικά πρόσφορο χαρακτήρα της.

Facebook Twitter Google+ LinkedIn
Next article Οι δομικές ελλείψεις
του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου
θέτουν υπαρξιακούς κινδύνους
στην αξιοπιστία του
Previous article Interview of Prof. Andrew Simester
by Assoc. Prof. Mark Dsouza

Σχετικά άρθρα

Η ειδική ποινική δικαιοδοσία
του άρθρου 86 του Συντάγματος
ως λειτουργικό δικονομικό «προνόμιο»
κατά το άρθρο 29
του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939
και ως όριο της δικαιοδοσίας
της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας

Ι. Εισαγωγή: Η από 16.06.2025 απόφαση του Μόνιμου Τμήματος Λόγω...

Μεγάλα γλωσσικά μοντέλα
και δικανική γλωσσολογία:
Ευκαιρίες και απειλές στην εποχή
της παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης

1. Εισαγωγή Η δικανική γλωσσολογία (forensic linguistics), οριζόμενη...

Η σημασία των άτυπων ιεραρχιών κρατουμένων
για την εμπειρία του εγκλεισμού:
Σύγκριση δύο ερευνών σε ελληνικές φυλακές
με βάση την πρόσφατη νομολογία του ΕΔΔΑ
και τα νέα πρότυπα της CPT*

Περίληψη Η παρούσα μελέτη πραγματεύεται τη σημασία των...

Απονομή της δικαιοσύνης και ΜΜΕ
στην εποχή του ποινικού λαϊκισμού:
Πληροφόρηση, τεκμήριο αθωότητας και
ακεραιότητα της δικαιοδοτικής λειτουργίας*

Εισαγωγή Η τρέχουσα συγκυρία χαρακτηρίζεται από την...

Σκέψεις για την ποινική διαπραγμάτευση
κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο*

1. Εισαγωγικά Με προφανή σκοπό τη διεύρυνση της έκτασης...

Απονομή της δικαιοσύνης και ΜΜΕ
στην εποχή του ποινικού λαϊκισμού:
Ποινική διαδικασία και ΜΜΕ

Τα τελευταία έτη παρατηρείται μια διαρκώς εντεινόμενη...

Δικαστικοί Λειτουργοί για την Ενδοοικογενειακή
Βία κατά των Γυναικών στην Ελλάδα
Αναπαραστάσεις, Πεποιθήσεις, Στερεότυπα

Εισαγωγή Στόχο της παρούσας έρευνας* αποτελεί η κατανόηση...

Ποινική σίγουρα, αλλά διαπραγμάτευση;
Δογματικά ζητήματα και εγκληματολογικοί
προβληματισμοί σχετικά με έναν
νέο θεσμό του ποινικού μας συστήματος

Εισαγωγικά Ένας θεσμός που μέχρι πριν λίγα χρόνια...

Artificial intelligence, criminal acts,
criminal responsibility

Harm or risk of harm is frequently caused in the course of the operation of artificial intelligence (AI)...

Νεότερες εξελίξεις στη νομολογία και στη θεωρία
του διεθνούς ποινικού δικαίου για την αυτουργία.
Οι πρώτες σοβαρές ρωγμές στην εικόνα απόλυτης
πρωτοκαθεδρίας της θεωρίας για την κυριαρχία επί της πράξης;

I. Η νομολογία του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου για την...

Τεχνητή νοημοσύνη, αξιόποινες πράξεις,
ποινική ευθύνη

Κατά τη λειτουργία των μηχανών τεχνητής νοημοσύνης (ΤΝ)...

Οι «Παρεμβάσεις στον Ποινικό Κώδικα και
τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας για την επιτάχυνση
και την ποιοτική αναβάθμιση της ποινικής δίκης»
υπό το φως του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ
- Εν ου παικτοίς -

Ι. Εισαγωγή Το νομοσχέδιο με τίτλο «Παρεμβάσεις στον...

Η βιογραφική προσέγγιση στο έργο του Lombroso:
Tα Παλίμψηστα της φυλακής

Τα τελευταία χρόνια, η μελέτη των «ιστοριών ζωής» και η...

Στη μνήμη και των δύο.
Ο Νικόλαος Κ. Ανδρουλάκης γράφει
για τον Γεώργιο-Αλέξανδρο Μαγκάκη

Εισαγωγικό Σημείωμα: Το κείμενο που ακολουθεί είναι προϊόν...

Εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας και της περιουσίας.
Η διεύρυνση του καταλόγου των κατ’ έγκληση διωκομένων εγκλημάτων.
Πρακτικές λύσεις και θεωρητικά θεμέλια.*

Εισαγωγικά Έχουν παρέλθει πάνω από τρία χρόνια από την...
Νewsletter

  • Interview of Prof. Shadd Maruna
    by Prof. Leonidas Cheliotis
    and Assoc. Prof. George Giannoulis
  • Shadd Maruna is Head of the Department of Sociology, Social Policy and Criminology in the […]

  • Νοέμβριος 2025 | Συνέντευξη
  • The Massacre of the Innocents
  • by Stefanos Daskalakis
  • 1. Nicolas Poussin, The Massacre of the Innocents, Musée Condé, Château de Chantilly.   Nicolas […]

  • Νοέμβριος 2025 | Art & Crime
  • Η ειδική ποινική δικαιοδοσία
    του άρθρου 86 του Συντάγματος
    ως λειτουργικό δικονομικό «προνόμιο»
    κατά το άρθρο 29
    του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939
    και ως όριο της δικαιοδοσίας
    της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας
  • του Ιωάννη Κ. Μοροζίνη
  • Ι. Εισαγωγή: Η από 16.06.2025 απόφαση του Μόνιμου Τμήματος[1] Λόγω της επικαιρότητας αναπτύχθηκε μια πλούσια […]

  • Νοέμβριος 2025 | Μελέτες
  • Μεγάλα γλωσσικά μοντέλα
    και δικανική γλωσσολογία:
    Ευκαιρίες και απειλές στην εποχή
    της παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης
  • του Γιώργου Μικρού
  • 1. Εισαγωγή Η δικανική γλωσσολογία (forensic linguistics), οριζόμενη ευρέως ως η εφαρμογή της γλωσσικής γνώσης […]

  • Νοέμβριος 2025 | Μελέτες
  • Τα κρυπτοστοιχεία ως χρηματοπιστωτικά μέσα
    και τα ανταλλακτήρια ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων ως οργανωμένες αγορές
    Σκέψεις με αφορμή τις υποθέσεις
    SEC v. Binance Holdings Ltd. (2023-2025),
    SEC v. Coinbase Inc. (2023-2025)
    και United States v. Chastain (2025)
  • του Βασίλειου Πετρόπουλου
  • Dmytro Yeromenko   Α. Εισαγωγικά – Έννοια και πρακτική αξία των κρυπτονομισμάτων και των κρυπτοπαραστατικών […]

  • Νοέμβριος 2025 | Σχολιασμένη Νομολογία
  • Η σημασία των άτυπων ιεραρχιών κρατουμένων
    για την εμπειρία του εγκλεισμού:
    Σύγκριση δύο ερευνών σε ελληνικές φυλακές
    με βάση την πρόσφατη νομολογία του ΕΔΔΑ
    και τα νέα πρότυπα της CPT*
  • των Ουίλιαμ Αλοσκόφη και Κωνσταντίνου Πανάγου
  • Περίληψη Η παρούσα μελέτη πραγματεύεται τη σημασία των άτυπων ιεραρχιών κρατουμένων για την εμπειρία του […]

  • Νοέμβριος 2025 | Μελέτες
  • Η Ομάδα Δίκαιο και Τέχνη
  • της Βίβιαν Στεργίου
  • Ι. Μέλλοντα «Τα πανεπιστήμια διδάσκουν αυτό που οι φοιτητές δεν θα μάθουν αλλού και σε […]

© The Art of Crime 2006-2024. All rights reserved.
Produced by The Art of Crime